τσάρκα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η τσάρκα οι τσάρκες
      γενική της τσάρκας
    αιτιατική την τσάρκα τις τσάρκες
     κλητική τσάρκα τσάρκες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσάρκα < τουρκική çark < περσική چرخ (τροχός)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσάρκα θηλυκό

  1. το περπάτημα για την ευχαρίστηση
    πάμε τσάρκα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]