υπέρκαλος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπέρκαλος < αρχαία ελληνική ὑπέρκαλος < ὑπέρ + καλός
Επίθετο
[επεξεργασία]υπέρκαλος, -η, -ο
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπέρκαλος
|