υπεργεωγραφικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπεργεωγραφικός < υπέρ + γεωγραφικός
Επίθετο
[επεξεργασία]υπεργεωγραφικός, -ή, -ο
- που ξεπερνά τα γεωγραφικά όρια
- ...δημιουργήθηκε μια υπεργεωγραφική έντεχνη διαλεκτολογία, άσχετη με την καταγωγή του ποιητή ή πεζογράφου (Ν.Π.Ανδριώτη, «Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας»)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπεργεωγραφικός
|
|