υπομάζιος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπομάζιος < ελληνιστική κοινή ὑπομάζιος < αρχαία ελληνική ὑπό + μαζός
Επίθετο
[επεξεργασία]υπομάζιος, -α, -ο
- (αρχαιοπρεπές) που βρίσκεται κάτω από τον μαστό ή τοποθετείται εκεί
- ※ Γι᾿ αυτό, ο Πατήρ του μέλλοντος αιώνος, ανέχεται παρθενική αγκαλιά, όντας βρέφος υπομάζιο, για να γίνει αποδεκτός και στους μάγους. (Λόγος εις τα Γενέθλια του Σωτήρος Χριστού, enoriako.info, 25/2012)
- ※ Kαι ταύτα ποίοι τα εκατώρθωσαν; Oυ μόνον άνδρες, αλλά πολλάκις και γυναίκες τρυφεραί, και απαλά κοράσια, και βρέφη ανήλικά τε και υπομάζια. (Συναξαριστής Δόμος 2005, από την πρώτη έκδοση: Bενετία, 1819] )
- (ουσιαστικοποιημένο) υπομάζιο: (αρχαιοπρεπές) το σουτιέν, ο στηθόδεσμος
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη μαστός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπομάζιος
|
|
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'θαυμάσιος' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαιοπρεπείς όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)