φεγγριστός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φεγγριστός < φεγγρίζω
Επίθετο
[επεξεργασία]φεγγριστός
- που είναι ημιδιαφανής, που φεγγρίζει
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φεγγριστός
|
|