φτενόφλουδος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]φτενόφλουδος, η, ο
- ο λεπτόφλουδος καρπός, ο ψιλόφλουδος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φτενόφλουδος
|
|
φτενόφλουδος, η, ο
|
|