φώλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φώλι τα φώλια
      γενική του φωλιού των φωλιών
    αιτιατική το φώλι τα φώλια
     κλητική φώλι φώλια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φώλι < φωλιά < αρχαία ελληνική φωλεά

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φώλι ουδέτερο

  1. αβγό που βάζουν οι άνθρωποι σε φωλιά ή σε ένα συγκεκριμένο χώρο ώστε να προσελκύσουν εκεί την κότα και να μη γεννήσει αλλού
  2. πλαστικό (παλιότερα ξύλινο) αυγό ραψίματος κάλτσας που δίνει καμπύλες ώστε η επιδιόρθωση να είναι ομαλή

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]