χειραφετώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χειραφετώ < μεσαιωνική ελληνική χειραφετώ < χείρ + ἀφέτης < ἀφίημι

Ρήμα[επεξεργασία]

χειραφετώ, παθ. φωνή: χειραφετούμαι, παθ.μτχ.: χειραφετημένος

  1. ενεργώ έτσι ώστε κάποιος να γίνει ανεξάρτητος, να γίνει κύριος του εαυτού του, να αποδεσμευτεί από την κηδεμονία άλλου ή από κοινωνικούς περιορισμούς της ελευθερίας του ή γενικότερα από οποιαδήποτε μορφή δέσμευσης ή εξάρτησης

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]