χολαιμικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]χολαιμικός, -ή, -ό
- σχετικός με τη χολαιμία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χολαιμικός
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ χολαιμικός, σελ.1114, Τόμος Β΄ - Στέφανος Κουμανούδης, Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2, Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1900 (Εισαγωγή,@anemi)