Μετάβαση στο περιεχόμενο

χολαιμικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χολαιμικός η χολαιμική το χολαιμικό
      γενική του χολαιμικού της χολαιμικής του χολαιμικού
    αιτιατική τον χολαιμικό τη χολαιμική το χολαιμικό
     κλητική χολαιμικέ χολαιμική χολαιμικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χολαιμικοί οι χολαιμικές τα χολαιμικά
      γενική των χολαιμικών των χολαιμικών των χολαιμικών
    αιτιατική τους χολαιμικούς τις χολαιμικές τα χολαιμικά
     κλητική χολαιμικοί χολαιμικές χολαιμικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χολαιμικός (μαρτυρείται από το 1879)[1] < χολ(ή) + αίμ(α) + -ικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

χολαιμικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. χολαιμικός, σελ.1114, Τόμος Β΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου