χρεοκοπικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- χρεοκοπικός < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]χρεοκοπικός
- σχετικός με τη χρεοκοπία
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] χρεοκοπικός
|
|