Μετάβαση στο περιεχόμενο

χρονολόγηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χρονολόγηση οι χρονολογήσεις
      γενική της χρονολόγησης* των χρονολογήσεων
    αιτιατική τη χρονολόγηση τις χρονολογήσεις
     κλητική χρονολόγηση χρονολογήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, χρονολογήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
χρονολόγηση < χρονολογώ + (η)-ση (< -σις)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /xɾo.noˈlo.ʝi.si/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

χρονολόγηση θηλυκό

  • η ενέργεια του χρονολογώ, ο προσδιορισμός του χρόνου κατά τον οποίο κατασκευάστηκε ένα αντικείμενο ή συνέβη ένα γεγονός
    παράδειγμα  η χρονολόγηση των αρχαιολογικών ευρημάτων έγινε με τη μέθοδο του C14
    ※  οι πολύ σκούροι προπλασμοί στα πρόσωπα, η χαλαρή πτυχολογία, η αραιή χρυσοκονδυλιά στο ρόδινο ιμάτιο του Χριστού και το άτεχνο στικτό φυτικό κόσμημα στους φωτοστεφάνους οδηγούν στη χρονολόγηση της εικόνας στα τέλη του 16ου ή τις αρχές του 17ου αι. (Αρχαιολογικον δελτιον, τόμος 46, μέρος 2, 1996, σελ. 537)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]