ψυχοπαιδαγωγικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψυχοπαιδαγωγικός ψυχοπαιδαγωγική ψυχοπαιδαγωγικό
γενική ψυχοπαιδαγωγικού ψυχοπαιδαγωγικής ψυχοπαιδαγωγικού
αιτιατική ψυχοπαιδαγωγικό ψυχοπαιδαγωγική ψυχοπαιδαγωγικό
κλητική ψυχοπαιδαγωγικέ ψυχοπαιδαγωγική ψυχοπαιδαγωγικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψυχοπαιδαγωγικοί ψυχοπαιδαγωγικές ψυχοπαιδαγωγικά
γενική ψυχοπαιδαγωγικών ψυχοπαιδαγωγικών ψυχοπαιδαγωγικών
αιτιατική ψυχοπαιδαγωγικούς ψυχοπαιδαγωγικές ψυχοπαιδαγωγικά
κλητική ψυχοπαιδαγωγικοί ψυχοπαιδαγωγικές ψυχοπαιδαγωγικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψυχοπαιδαγωγικός < ψυχοπαιδαγωγική

Επίθετο[επεξεργασία]

ψυχοπαιδαγωγικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την ψυχοπαιδαγωγική

Μεταφράσεις[επεξεργασία]