ἀγρηνόν

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀγρηνόν ἀγρηνώ ἀγρηνά
Γενική ἀγρηνοῦ ἀγρηνοῖν ἀγρηνῶν
Δοτική ἀγρην ἀγρηνοῖν ἀγρηνοῖς
Αιτιατική ἀγρηνόν ἀγρηνώ ἀγρηνά
Κλητική ἀγρηνόν ἀγρηνώ ἀγρηνά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἀγρηνόν < ἀγρεύω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἀγρηνόν ουδέτερο

  1. το κυνηγετικό δίχτυ
  2. είδος τελετουργικού μανδύα από μαλλί που έμοιαζε με δίχτυ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]