Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἀλκυών

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ἀλκυων-, ἀλκυον-
ονομαστική ἀλκυών αἱ ἀλκυόνες
      γενική τῆς ἀλκυόνος τῶν ἀλκυόνων
      δοτική τῇ ἀλκυόν ταῖς ἀλκυόσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν ἀλκυόν τὰς ἀλκυόνᾰς
     κλητική ! ἀλκυών ἀλκυόνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀλκυόνε
γεν-δοτ τοῖν  ἀλκυόνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κανών' όπως «κανών» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἀλκυών < πιθανόν προέλευσης από την προελληνική ή μεσογειακό δάνειο ή το αλκ- συνδέεται με το ὁλκή.
Από τη μορφή με δασεία ἁλκυών παρετυμολογήθηκε από το ἅλς + κύω (όπως από τον γραμματικό Ωρίωνα τον Θηβαίο, Περί ετυμολογίας, με την παρατήρηση: Ἀλκύων, παρὰ τὸ ἐν τῇ ἁλὶ κύειν)
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: λατινικά: alcedo, halcyon

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἀλκυών, -όνος θηλυκό

  1. μυθικό πουλί
  2. (πτηνό) η αλκυόνα
  3. (στους Λάκωνες) θεότητα
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Α
    <ἁλκυών> εἶδος ὀρνέου S(n) καὶ δαίμων τις <παρὰ Λάκωσι>
  4. (με κεφαλαίο Ἀλκυών): τίτλος έργου που αποδόθηκε στον Πλάτωνα, πιθανόν και στον Λουκιανό

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Και γραφές με δασεία σε πολλά παράγωγα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]