αλκυόνα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αλκυόνα | οι | αλκυόνες |
| γενική | της | αλκυόνας | των | αλκυόνων |
| αιτιατική | την | αλκυόνα | τις | αλκυόνες |
| κλητική | αλκυόνα | αλκυόνες | ||
| Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αλκυόνα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀλκυών από την αιτιατική ενικού «τὴν ἀλκυόνα»
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /al.ciˈo.na/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αλ‐κυ‐ό‐να
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αλκυόνα θηλυκό
- (πτηνό) θαλάσσιο αποδημητικό πτηνό της οικογένειας των Αλκυονιδών
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]άλλες κοινές ονομασίες:
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- αλκυόνα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αλκυόνη & αλκυόνα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- αλκυόνα - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Πτηνά (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)