ἅμιλλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἅμιλλα ἁμίλλα ἅμιλλαι
Γενική ἁμίλλης ἁμίλλαιν ἁμιλλῶν
Δοτική ἁμίλλ ἁμίλλαιν ἁμίλλαις
Αιτιατική ἅμιλλαν ἁμίλλα ἁμίλλας
Κλητική ἅμιλλα ἁμίλλα ἅμιλλαι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἅμιλλα < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἅμιλλα θηλυκό

  1. άμιλλα
  2. συναγωνισμός
  3. ανταγωνισμός για υπερίσχυση, για υπεροχή
  4. αγώνας
  5. πάλη