Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἐτυμολογία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ετυμολογία

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐτυμολογί αἱ ἐτυμολογίαι
      γενική τῆς ἐτυμολογίᾱς τῶν ἐτυμολογιῶν
      δοτική τῇ ἐτυμολογί ταῖς ἐτυμολογίαις
    αιτιατική τὴν ἐτυμολογίᾱν τὰς ἐτυμολογίᾱς
     κλητική ! ἐτυμολογί ἐτυμολογίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἐτυμολογί
γεν-δοτ τοῖν  ἐτυμολογίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἐτυμολογία < ἐτυμολόγ(ος) + -ία.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /e.ty.mo.loˈʝi.a/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
τυπογραφικός συλλαβισμός: τυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἐτυμολογία, ας θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Απόγονοι

[επεξεργασία]

ἐτυμολογία (ελληνιστική κοινή)

μεσαιωνικά ελληνικά: ἐτυμολογία
καθαρεύουσα: ἐτυμολογία
νέα ελληνικά: ετυμολογία
λατινικά: etymologia
γαλλικά: étymologie
αγγλικά: etymology
γερμανικά: Etymologie
ιταλικά: etimologia
καταλανικά: etimologia
πολωνικά: etymologia
σλοβακικά: etymológia
φινλανδικά: etymologia