ἑσπέρα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἑσπέρα ἑσπέρα ἑσπέραι
Γενική ἑσπέρας ἑσπέραιν ἑσπερῶν
Δοτική ἑσπέρ ἑσπέραιν ἑσπέραις
Αιτιατική ἑσπέραν ἑσπέρα ἑσπέρας
Κλητική ἑσπέρα ἑσπέρα ἑσπέραι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἑσπέρα: θηλυκό του ἕσπερος < *ϝέσπερος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wek(ʷ)speros < *we- + *kʷsep- (νύχτα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἑσπέρα θηλυκό

  1. εσπέρα
  2. βράδυ
  3. δύση
  4. (μεταφορικά) το τελευταίο μέρος της ζωής
  5. εσπερία, χώρες της Δύσης