ἑσπέρα
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ἑσπέρᾱ | αἱ | ἑσπέραι |
| γενική | τῆς | ἑσπέρᾱς | τῶν | ἑσπερῶν |
| δοτική | τῇ | ἑσπέρᾳ | ταῖς | ἑσπέραις |
| αιτιατική | τὴν | ἑσπέρᾱν | τὰς | ἑσπέρᾱς |
| κλητική ὦ! | ἑσπέρᾱ | ἑσπέραι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἑσπέρᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | ἑσπέραιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'φαρέτρα' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἑσπέρα < έλλειψη της φράσης «ἑσπέρᾱ ὥρᾱ» (χρονικό διάστημα κατά το βράδυ) < θηλυκό του ἕσπερος < πρωτοελληνική *ϝέσπερος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wekʷsperos
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἑσπέρα θηλυκό
Απόγονοι
[επεξεργασία]ἑσπέρα (αρχαία ελληνικά)
Πηγές
[επεξεργασία]- ἑσπέρα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἑσπέρα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'φαρέτρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φαρέτρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)