Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἱπποσύνη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : ιπποσύνη

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ ἱπποσύνη αἱ ἱπποσύναι
      γενική τῆς ἱπποσύνης τῶν ἱπποσυνῶν
      δοτική τῇ ἱπποσύνῃ ταῖς ἱπποσύναις
    αιτιατική τὴν ἱπποσύνην τὰς ἱπποσύνᾱς
     κλητική ὦ! ἱπποσύνη ἱπποσύναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἱπποσύνᾱ
γεν-δοτ τοῖν  ἱπποσύναιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἱπποσύνη < (ἵππος) ἱππο- + -σύνη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἱπποσύνη (ῠ) θηλυκό

  1. ιππική τέχνη (ιδίως η γνώση οδήγησης στρατιωτικών αλόγων)
  2. (κατ’ επέκταση) το ιππικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]