ἱπποσύνη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ιπποσύνη

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἱπποσύνη ἱπποσύνα ἱπποσῦναι
Γενική ἱπποσύνης ἱπποσύναιν ἱπποσυνῶν
Δοτική ἱπποσύν ἱπποσύναιν ἱπποσύναις
Αιτιατική ἱπποσύνην ἱπποσύνα ἱπποσύνας
Κλητική ἱπποσύνη ἱπποσύνα ἱπποσῦναι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἱπποσύνη < ἵππος + -οσύνη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₁éḱwos < *h₁oh₁ḱu- (ταχύς)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἱπποσύνη θηλυκό

  1. ιππική τέχνη (ιδίως η γνώση οδήγησης στρατιωτικών αλόγων)
  2. (κατ’ επέκταση) ιππικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]