Ἴλιον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Ίλιον

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ Ἴλιον τὰ Ἴλι
      γενική τοῦ Ἰλίου τῶν Ἰλίων
      δοτική τῷ Ἰλί τοῖς Ἰλίοις
    αιτιατική τὸ Ἴλιον τὰ Ἴλι
     κλητική ! Ἴλιον Ἴλι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἰλίω
γεν-δοτ τοῖν  Ἰλίοιν
Συνήθως στον ενικό
2η κλίση, ομάδα 'πρόσωπον', Κατηγορία όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ἴλιον < Ἴλ(ος) + -ιον

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ἴλιον ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]