Μετάβαση στο περιεχόμενο

Τροία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: τρία

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Τροία οι Τροίες
      γενική της Τροίας
    αιτιατική την Τροία τις Τροίες
     κλητική Τροία Τροίες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Τροία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Τροία.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈtɾi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Τροία
ομόηχο: τρία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Τροία θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Τροί αἱ Τροῖαι
      γενική τῆς Τροίᾱς τῶν Τροιῶν
      δοτική τῇ Τροί ταῖς Τροίαις
    αιτιατική τὴν Τροίᾱν τὰς Τροίᾱς
     κλητική ! Τροί Τροῖαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Τροί
γεν-δοτ τοῖν  Τροίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Τροία < προέλευσης από γλώσσες της Ανατολίας . Συγγενή: χεττιτική 𒋫𒊒𒄿𒊭 (Ta-ru-(ú-)i-ša, «Τροία», διαβάζεται ως /Trūisa/), μυκηναϊκή 𐀵𐀫𐀊 (to-ro-ja, «Τρῳά», γυναίκα από την Τροία), αρχαία αιγυπτιακή ? (Rʾ-ʾwy, Τροία).[1] Δείτε και την ετυμολογία του Ἴλιον.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tɾǒi̯.αː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: Τροί

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Τροία, -ᾱς (ᾱ) θηλυκό

  1. η πόλις της Τροίας
  2. η χώρα των Τρώων

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Τροία (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: Τροία
νέα ελληνικά: Τροία

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Τροία σελ. 1511 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.