τρωικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική τρωικός τρωική τρωικό
γενική τρωικού τρωικής τρωικού
αιτιατική τρωικό τρωική τρωικό
κλητική τρωικέ τρωική τρωικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τρωικοί τρωικές τρωικά
γενική τρωικών τρωικών τρωικών
αιτιατική τρωικούς τρωικές τρωικά
κλητική τρωικοί τρωικές τρωικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τρωικός < Τρωάδα

Επίθετο[επεξεργασία]

τρωικός

  1. που σχετίζεται με την αρχαία πόλη της Τροίας και τη χώρα της Τρωάδας, συνήθως αναφερόμενος όμως είναι ο δεκαετής "Τρωικός πόλεμος" (η γη της Τρωάδας ή των Τρώων και όχι η "τρωική χώρα")
  2. (αστρονομία) σώμα το οποίο βρίσκεται παγιδευμένο στα λαγκραζιανά σημεία ενός πλανήτη ή ενός δορυφόρου. Λέγεται και τρωικό αντικείμενο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]