Bruch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Bruch die Brüche
γενική des Bruchs
des Bruches
der Brüche
δοτική dem Bruch
dem Bruche
den Brüchen
αιτιατική den Bruch die Brüche

Bruch (de) αρσενικό

  1. σπάσιμο, ρήξη
  2. (μαθηματικά) κλάσμα

Σύνθετα[επεξεργασία]