Dorn

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Dorn die Dornen
γενική des Dorns
des Dornes
der Dornen
δοτική dem Dorn den Dornen
αιτιατική das Dorn die Dornen

Dorn (de) αρσενικό

  1. αγκάθι