Μετάβαση στο περιεχόμενο

Dorn

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dɔʁn/
 

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Dorn die Dornen
γενική des Dornes
Dorns
der Dornen
δοτική dem Dorn den Dornen
αιτιατική den Dorn die Dornen
Dorn < μέση άνω γερμανική dorn < παλαιά άνω γερμανική dorn

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Dorn (de) αρσενικό

  • (βοτανική) το αγκάθι
    παράδειγμα Die Rose hat spitze Dornen.
         Το τριαντάφυλλο έχει κοφτερά αγκάθια.

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Dorn < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Dorn αρσενικό ή θηλυκό

  • TNG-Adler, Liste der Nachnamen, ανακτήθηκε στις 29/9/2023



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Dorn < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Dorn αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023



Σλοβενικά (sl)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Dorn < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Dorn αρσενικό ή θηλυκό

  • Priimki (A-F), Slovenija, letno, Vlada Republike Slovenije Statistični Urad Republike Slovenije (Επώνυμα (A-F), ετήσια, Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, Στατιστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας της Σλοβενίας), ανακτήθηκε 31/8/2023, CC BY 4.0



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Dorn < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Dorn αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden