Hals

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Hals die Hälse
γενική des Halses der Hälse
δοτική dem Hals
dem Halse
den Hälsen
αιτιατική den Hals die Hälse

Hals (de) αρσενικό