Lauf

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Lauf 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Lauf die Läufe
γενική des Laufs
des Laufes
der Läufe
δοτική dem Lauf
dem Laufe
den Läufen
αιτιατική den Lauf die Läufe

Lauf (de) αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]