Strom

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Strom die Ströme
γενική des Stroms
des Stromes
der Ströme
δοτική dem Strom
dem Strome
den Strömen
αιτιατική den Strom die Ströme

Strom (de) αρσενικό

  1. ποτάμι

Συνώνυμα[επεξεργασία]