artysta

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) artysta artyści
γενική (dopełniacz) artysty artystów
δοτική (celownik) artyście artystom
αιτιατική (biernik) artystę artystów
οργανική (narzędnik) artystą artystami
τοπική (miejscownik) artyście artystach
κλητική (wołacz) artysto artyści

Ετυμολογία [επεξεργασία]

artysta < γαλλική artiste

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ar.ˈtɨ.sta/
Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

artysta (pl) αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]