artysta

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) artysta artyści
γενική (dopełniacz) artysty artystów
δοτική (celownik) artyście artystom
αιτιατική (biernik) artystę artystów
οργανική (narzędnik) artystą artystami
τοπική (miejscownik) artyście artystach
κλητική (wołacz) artysto artyści

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

artysta < γαλλική artiste

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ar.ˈtɨ.sta/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

artysta (pl) αρσενικό

  1. ο καλλιτέχνης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]