cache

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: caché

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kæʃ/
ήχος (ΗΒ) 
ήχος (ΗΠΑ) 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cache (en)

  1. σεντούκι χρημάτων και/ή πολύτιμων αντικειμένων
  2. αποθεματική κρύπτη
  3. (πληροφορική) γρήγορος προσωρινός χώρος αποθήκευσης όπου αποθηκεύονται πρόσφατα ή συχνά χρησιμοποιούμενες πληροφορίες για να αποφευχθεί η επαναφόρτωσή τους από ένα πιο αργό μέσο αποθήκευσης.

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • cache στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

cache < cacher

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
cache caches

cache (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) η κρυψώνα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

cache < cacher

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
cache caches

cache (fr) αρσενικό

  1. στη φωτογραφία ή στο σινεμά, το κας
  2. (κατ' επέκταση) κάθε αντικείμενο που κρύβει ένα μέρος μιας επιφάνειας ώστε να επιτρέπει μια εργασία πάνω στην επιφάνεια που παραμένει εμφανής

Ετυμολογία [επεξεργασία]

cache < αγγλική

Επίθετο[επεξεργασία]

cache (fr)

  1. (πληροφορική) λανθάνων
    mémoire cache - λανθάνουσα μνήμη