λανθάνων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λανθάνων < αρχαία ελληνική , μετοχή ενεστώτα του λανθάνω

Μετοχή[επεξεργασία]

λανθάνων, -ουσα, -ον

  1. που παραμένει κρυμμένος και δεν γίνεται αντιληπτός
  2. που κάνει λάθος

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]