λανθάνων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο λανθάνων
λανθάνοντας
η λανθάνουσα το λανθάνον
      γενική του λανθάνοντος
λανθάνοντα
της λανθάνουσας
λανθανούσης*
του λανθάνοντος
    αιτιατική τον λανθάνοντα τη λανθάνουσα το λανθάνον
     κλητική λανθάνων
λανθάνοντα
λανθάνουσα λανθάνον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι λανθάνοντες οι λανθάνουσες τα λανθάνοντα
      γενική των λανθανόντων των λανθανουσών των λανθανόντων
    αιτιατική τους λανθάνοντες τις λανθάνουσες τα λανθάνοντα
     κλητική λανθάνοντες λανθάνουσες λανθάνοντα
Ίδιες είναι οι αρχαίες καταλήξεις: -ων, -ουσα, -ον
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα 'τρέχων', Κατηγορία όπως «τρέχων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λανθάνων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική λανθάνων, μετοχή ενεστώτα του λανθάνω

Μετοχή[επεξεργασία]

λανθάνων, -ουσα, -ον

  1. που παραμένει κρυμμένος και δεν γίνεται αντιληπτός
  2. που κάνει λάθος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

ζητούμενο λήμμα