calibre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.libʁ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
calibre calibres

calibre (fr) αρσενικό

  1. η εσωτερική διάμετρος ενός σωλήνα· η εσωτερική διάμετρος ενός όπλου, κανονιού...
  2. (τεχνολογία) συσκευή μέτρησης των διαστάσεων μηχανικών εξαρτημάτων
  3. (κατ’ επέκταση)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]