calibre
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| calibre | calibres |
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]calibre (fr) αρσενικό
- η εσωτερική διάμετρος ενός σωλήνα· η εσωτερική διάμετρος κάννης ενός όπλου, κανονιού...
- (τεχνολογία) συσκευή μέτρησης των διαστάσεων μηχανικών εξαρτημάτων
- (κατ’ επέκταση)
- μέγεθος ενός βλήματος
- μέγεθος ενός αντικειμένου
- (μεταφορικά, παρωχημένη σημασία) σπουδαιότητα, ένταση
Συγγενικά
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]calibre (γαλλικά)
Πηγές
[επεξεργασία]- calibre - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- calibre - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé