crash

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

crash (en)

  1. δυνατός θόρυβος (πχ από σπάσιμο)
  2. σύγκρουση
  3. συντριβή
  4. (πληροφορική) κατάρρευση υπολογιστικού συστήματος
  5. κραχ στην οικονομία
  6. μια ομάδα ρινόκερων

Επίθετο[επεξεργασία]

crash (en)

crash diet

Ρήμα[επεξεργασία]

crash (en)

  1. συντρίβομαι
    the helicopter crashed
  2. προκαλώ συντριβή
  3. καταρρέω (για υπολογιστή ή πρόγραμμα)
  4. πέφτω, καταρρέω μετά από την ευφορία που προκλήθηκε λόγω χρήσης ναρκωτικών



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

crash < αγγλική

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
crash crashs

crash (fr) αρσενικό

  1. η σύγκρουση

Δείτε επίσης[επεξεργασία]