crash

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

crash (en)

  1. δυνατός θόρυβος (πχ από σπάσιμο)
  2. σύγκρουση
  3. συντριβή
  4. κατάρρευση υπολογιστικού συστήματος
  5. κραχ στην οικονομία
  6. μια ομάδα ρινόκερων

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

crash (en)

crash diet

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

crash (en)

  1. συντρίβομαι
    the helicopter crashed
  2. προκαλώ συντριβή
  3. καταρρέω (για υπολογιστή ή πρόγραμμα)
  4. πέφτω, καταρρέω μετά από την ευφορία που προκλήθηκε λόγω χρήσης ναρκωτικών



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

crash < αγγλική

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
crash crashs

crash (fr) αρσενικό

  1. η σύγκρουση

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]