εντατικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εντατικός εντατική εντατικό
γενική εντατικού εντατικής εντατικού
αιτιατική εντατικό εντατική εντατικό
κλητική εντατικέ εντατική εντατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εντατικοί εντατικές εντατικά
γενική εντατικών εντατικών εντατικών
αιτιατική εντατικούς εντατικές εντατικά
κλητική εντατικοί εντατικές εντατικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εντατικός < ελληνιστική κοινή ἐντατικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική intense)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛⁿ.da.ti.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɛⁿ.da.ti.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɛⁿ.da.ti.ˈkɔ/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

εντατικός, -ή, -ό

  1. που γίνεται με ένταση
  2. χαρακτηρισμός για δραστηριότητα που γίνεται με μεγάλη ένταση, για να μειωθεί ο χρόνος επίτευξης του αποτελέσματος ή να αυξηθεί το παραγόμενο αποτέλεσμα
    εντατική καλλιέργεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]