ennuyeux

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ennuyeux < δημώδης λατινική inodiosus

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɑ̃.nɥi.jø/

Open book 01.svg Επίθετο[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό ennuyeux ennuyeux
θηλυκό ennuyeuse ennuyeuses

ennuyeux (fr)

  1. μπελαλίδικος, ενοχλητικός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: agaçant, contrariant, désagréable, embêtant, ennuyant, fâcheux, gênant, inquiétant
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: (οικείο) chiant, emmerdant, enquiquinant, gonflant, tannant
  2. που φέρνει κάποιον σε δύσκολη θέση, «δύσκολος»
    il s'est passé quelque chose de très ennuyeux - συνέβη κάτι «δύσκολο»
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: embarrassant
  3. βαρετός, πληκτικός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: accablant, assommant, embêtant, endormant, fade, fastidieux, fatigant, insipide, lassant, monotone, rébarbatif, soporifique
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: (οικείο) barbant, barbifiant, bassinant, casse-pieds, mortel, rasant, rasoir

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό ennuyeux ennuyeux
θηλυκό ennuyeuse ennuyeuses

ennuyeux (fr)

  1. βαρετός, πληκτικός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: (οικείο) raseur

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]