fixed

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fɪkst/
ήχος 

Επίθετο[επεξεργασία]

fixed (en)

  1. τακτός
  2. ορισμένος
  3. μόνιμος
  4. σταθερός, ακίνητος
  5. έμμονος

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος fix