έμμονος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο έμμονος η έμμονη το έμμονο
      γενική του έμμονου της έμμονης του έμμονου
    αιτιατική τον έμμονο την έμμονη το έμμονο
     κλητική έμμονε έμμονη έμμονο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι έμμονοι οι έμμονες τα έμμονα
      γενική των έμμονων των έμμονων των έμμονων
    αιτιατική τους έμμονους τις έμμονες τα έμμονα
     κλητική έμμονοι έμμονες έμμονα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έμμονος < αρχαία ελληνική ἔμμονος < ἐμμένω ἐν- + μένω (1. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική fixe· 2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική immanent· έμμονη ιδέα: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική idée fixe)

Επίθετο[επεξεργασία]

έμμονος, -η, -ο

  1. (λόγιο) που εμμένει
     συνώνυμα: ανυποχώρητος, επίμονος, σταθερός
  2. (φιλοσοφία) που ενυπάρχει σε κάτι
     αντώνυμα: υπερβατικός

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]