latarnia

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική latarnia latarnie
γενική latarni latarń
δοτική latarni latarniom
αιτιατική latarnię latarnie
οργανική latarnią latarniami
τοπική latarni latarniach
κλητική latarnio latarnie

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

latarnia 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

latarnia (pl) θηλυκό

  1. ο φανός, το φανάρι
  2. (ειδικότερα) κάθε τι που βρίσκεται ψηλά και παρέχει φως

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01f.svg Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]