pepo
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- pepo < αρχαία ελληνική πέπων
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]pepo αρσενικό
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | pepo | peponēs |
| γενική | peponis | peponum |
| δοτική | peponī | peponibus |
| αιτιατική | peponem | peponēs |
| κλητική | pepo | peponēs |
| αφαιρετική | pepone | peponibus |