πέπων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέπων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πέπων (ώριμος, γλυκός)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέπων αρσενικό (καθαρεύουσα)



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέπων < πέπτω < πέσσω (ωριμάζω) < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *pekʷ- (μαγειρεύω, ψήνω)

Επίθετο[επεξεργασία]

πέπων, -ων, -ον, γενική -ονος, συγκριτικός: πεπαίτερος, υπερθετικός:  πεπαίτατος

  1. (για καρπούς) ώριμος, γινωμένος
  2. γλυκός, ευχάριστος
  3. ήπιος, μαλακός
  4. πράος
  5. (προσφώνηση) (για άτομα ή ζώα) προσφιλής προσφώνηση: καλέ μου, χρυσέ μου
  6. (μεταφορικά) μαλθακός

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Αλλόγλωσσα παράγωγα[επεξεργασία]