δημοκρατία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δημοκρατία | δημοκρατίες |
| γενική | δημοκρατίας | δημοκρατιών |
| αιτιατική | δημοκρατία | δημοκρατίες |
| κλητική | δημοκρατία | δημοκρατίες |
Ετυμολογία [
]
- δημοκρατία < αρχαία ελληνική δημοκρατία
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ði.mɔ.kɾa.ˈti.a/
Ουσιαστικό [
]
δημοκρατία θηλυκό
- πολιτικό σύστημα όπου ο λαός έχει την εξουσία άμεσα ή έμμεσα
- η δημοκρατία γεννήθηκε στην αρχαία Αθήνα
- κράτος με αυτό το πολιτικό σύστημα
- η Ελληνική δημοκρατία
[
]
Μεταφράσεις [
]
πολιτικό σύστημα
κράτος με αυτό το πολιτικό σύστημα
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- δημοκρατία < δημοκρατέομαι(>δημοκρατούμαι), έχω δημοκρατικό πολίτευμα
Ουσιαστικό [
]
δημοκρατία θηλυκό
- η δημοκρατία, η πολιτική κυριαρχία του δήμου ή πλήθους, σε αντίθεση με αυτήν των αρίστων ή των ολίγων
- δημοκρατία δ' ἐστὶν ὅταν ᾖ κύριον τὸ πλῆθος (Αριστοτέλης, Πολιτικά)