κουτάλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουτάλι κουτάλια
γενική κουταλιού κουταλιών
αιτιατική κουτάλι κουτάλια
κλητική κουτάλι κουτάλια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κουτάλι< κουτάλιν < κώταλις (: η κουτάλα)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ku.ˈta.li/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κουτάλι

κουτάλι ουδέτερο, πληθυντικός κουτάλια

  1. το οικιακό σκεύος με το οποίο τρώγονται οι υγρές, πολτώδεις ή κρεμώδεις τροφές. Αποτελείται από μια μικρή και ρηχή κοιλότητα και μια λαβή
    τρώω με κουτάλι
  2. η ποσότητα που χωρά στην κοιλότητα του παραπάνω σκεύους
    ένα κουτάλι ζάχαρη
  3. γλυκό του κουταλιού: παραδοσιακό ή/και σπιτικό γλυκό που παρασκευάζεται από όλα σχεδόν τα φρούτα ή λαχανικά ή άνθη, τα οποία βράζονται, για να αποβάλλουν το χυμό τους, κι αφήνονται σε σιρόπι, για να απορροφήσουν τη ζάχαρή του. Σερβίρετται σε μικρό πιατάκι μαζί με το κουταλάκι

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες