κουτάλι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κουτάλι | κουτάλια |
| γενική | κουταλιού | κουταλιών |
| αιτιατική | κουτάλι | κουτάλια |
| κλητική | κουτάλι | κουτάλια |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
κουτάλι ουδέτερο, πληθυντικός κουτάλια
- το οικιακό σκεύος με το οποίο τρώγονται οι υγρές, πολτώδεις ή κρεμώδεις τροφές. Αποτελείται από μια μικρή και ρηχή κοιλότητα και μια λαβή
- τρώω με κουτάλι
- η ποσότητα που χωρά στην κοιλότητα του παραπάνω σκεύους
- ένα κουτάλι ζάχαρη
- γλυκό του κουταλιού: παραδοσιακό ή/και σπιτικό γλυκό που παρασκευάζεται από όλα σχεδόν τα φρούτα ή λαχανικά ή άνθη, τα οποία βράζονται, για να αποβάλλουν το χυμό τους, κι αφήνονται σε σιρόπι, για να απορροφήσουν τη ζάχαρή του. Σερβίρετται σε μικρό πιατάκι μαζί με το κουταλάκι
[
]
[
]
Μεταφράσεις
κουτάλι
|
|