κόπρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κόπρος < αρχαία ελληνική κόπρος
[
]
Ουσιαστικό 1
κόπρος θηλυκό
[
] Εκφράσεις
- η κόπρος του Αυγεία (ή Αυγείου): 1. πολύ μεγάλη βρομιά 2. (μεταφορικά) πολλά σκάνδαλα ή καταχρήσεις
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
κόπρος
[
]
Ουσιαστικό 2
κόπρος αρσενικό
[
]
Μεταφράσεις
κόπρος