λιμάνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λιμάνι λιμάνια
γενική λιμανιού λιμανιών
αιτιατική λιμάνι λιμάνια
κλητική λιμάνι λιμάνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λιμάνι < τουρκική liman < μεσαιωνική ελληνική λιμένι | λιμένιν < (υποκοριστικό) λιμένιον < ο λιμήν < από Μυκηναϊκο ριμένι
(αντιδάνειο)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /li.ˈma.ni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

το ενετικό λιμάνι του Ρεθύμνου τη νύχτα

λιμάνι ουδέτερο

  1. περιοχή παραθαλάσσια (ή παραλίμνια ή παραποτάμια) που επιτρέπει παραμονή πλοίων :
    • για προστασία από καιρικές συνθήκες
    • για φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων
    • για επιβιβάσεις και αποβιβάσεις ανθρώπων (πληρώματος ή επιβατών)
    • για τροφοδοσία και εφοδιασμό
    • για επισκευές
    το λιμάνι του Πειραιά
  2. (μεταφορικά) το καταφύγιο
    είσαι το λιμάνι μου

Υποκοριστικά[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]