μάταιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική μάταιος μάταιη μάταιο
γενική μάταιου μάταιης μάταιου
αιτιατική μάταιο μάταιη μάταιο
κλητική μάταιε μάταιη μάταιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μάταιοι μάταιες μάταια
γενική μάταιων μάταιων μάταιων
αιτιατική μάταιους μάταιες μάταια
κλητική μάταιοι μάταιες μάταια

.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάταιος < αρχαία ελληνική μάταιος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μάταιος,η,ο

  1. ανώφελος, που γίνεται του κάκου, άδικος με την έννοια ότι δεν θα φέρει ή δεν έφερε αποτέλεσμα, άσκοπος, με την έννοια ότι έχει σκοπό αλλά δεν θα τον επιτύχει
    μάταιη προσπάθεια, μάταιος αγώνας,
  2. κούφιος, κενόδοξος
    μάταιος άνθρωπος, μάταιος κόσμος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάταιος < από το ουσιαστικό μάτη ή απο το επίρρημα μάτην

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μάταιος,αία, ον και μάταιος,ος,ον

  1. μάταιος, ανώφελος
    • τά μάταια ἀναλώματα  : πεταμένα λεφτά, άδικα έξοδα
    • μάταια ἔπεα : χαμένα λόγια, λόγια που δεν πιάνουν τόπο
  2. κενός, ανάξιος, ασεβής, απερίσκεπτος, άφρων, άχρηστος
    • ἄγοιτ᾽ ἂν μάταιον ἄνδρ᾽ ἐκποδών : Πάρτε με, διώξτε με τον άχρηστο από δω (Σοφ. Αντιγ. 1339)
    • τῶν τοι ματαίων ἀνδράσιν φρονημάτων : ανδρών που έχει ο πάθει ο νους και παραδέρνουν (Αισχύλος, Επτά επί Θήβας, 438- απόδοση Γιάν. Γρυπάρης)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]