ματαιόδοξος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Επίθετο
ματαιόδοξος -η -ο
- (για πρόσωπα) που νοιάζεται να αποκτήσει και να επιδείξει πράγματα μάταια, που έχουν εξωτερική λάμψη αλλά είναι στην πραγματικότητα ασήμαντα
- (για στάσεις και ενέργειες) που χαρακτηρίζεται από την επιδίωξη μάταιων πραγμάτων