ξυράφι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ξυράφι ξυράφια
γενική ξυραφιού ξυραφιών
αιτιατική ξυράφι ξυράφια
κλητική ξυράφι ξυράφια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ξυράφι < αρχαία ελληνική ξυρόν < ξυρῶ

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ksi.ˈɾa.fi/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μια λεπίδα ξυραφιού

ξυράφι ουδέτερο και ξουράφι

  1. πολύ λεπτή παραλληλόγραμη λεπίδα από μέταλλο, κοφτερή στις δύο μεγάλες πλευρές της, η οποία χρησιμοποιείται για ξύρισμα
  2. (συνεκδοχικά) η συσκευή που περιέχει την παραπάνω λεπίδα, η ξυριστική μηχανή
  3. (μεταφορικά) ο πολύ έξυπνος άνθρωπος

[] Εκφράσεις

  • στην κόψη του ξυραφιούεπί ξυρού ακμής) : σε οριακό σημείο

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες