πτήση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πτήση | πτήσεις |
| γενική | πτήσης | πτήσεων |
| πτήσεως | ||
| αιτιατική | πτήση | πτήσεις |
| κλητική | πτήση | πτήσεις |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
πτήση θηλυκό
- η ενέργεια του πετώ, το πέταγμα στον αέρα (όχι η ρίψη αντικειμένου ή ανθρώπου, το πέταμα δηλαδή, που έχει άλλη ρίζα και διαφορετικό νόημα -προέρχεται από το πετάννυμι)
[
]
- πτητικός
- πτερόν
- πτηνό
- πετούμενο
- πτεροσχιδής
- αναπτερώνω
- πτερύγιο
- πτερωτός
- πτερόεις
- φτερωτός
- φτερό
- πτίλο πούπουλο
- πτιλωτός
- πετάω και πετώ εγώ ή πετώ κάτι
- πετεινός και πετηνός και πετεηνά