σκορπιός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Σκορπιός, σκόρπιος

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκορπιός σκορπιοί
γενική σκορπιού σκορπιών
αιτιατική σκορπιό σκορπιούς
κλητική σκορπιέ σκορπιοί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σκορπιός < αρχαία ελληνική σκορπίος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /skɔɾ.ˈpçiɔs/
ένας μαύρος σκορπιός

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σκορπιός αρσενικό

  1. (εντομολογία) μικρό αρθρόποδο που συγγενεύει με την αράχνη και ζει στα θερμά κλίματα. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του είναι τα δύο εμπρόσθια άκρα, που έχουν σχήμα τανάλιας, και η μεγάλη αρθρωτή ουρά με δηλητηριώδες κεντρί στην άκρη της
  2. (ιχθυολογία) ψάρι που συγγενεύει με τη σκορπίνα, αλλά έχει μικρότερο μέγεθος
  3. (μεταφορικά) άνθρωπος δηκτικός και πικρόχολος
  4. (ναυτικός όρος) δοκάρι υψηλής αντοχής του σκελετού των πλοίων από ξύλο ή σίδερο
  5. (αστρολογία) → δείτε τη λέξη: Σκορπιός

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες