τενεκές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τενεκές τενεκέδες
γενική τενεκέ τενεκέδων
αιτιατική τενεκέ τενεκέδες
κλητική τενεκέ τενεκέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τενεκές < τουρκική teneke < περσική تنکه (tanaka, φύλλο μετάλλου)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τενεκές αρσενικό και ντενεκές

  1. ο λευκοσίδηρος (επικασσιτερωμένος σίδηρος)
  2. δοχείο από τενεκέ(1) όγκου 18 λίτρων
  3. οποιοδήποτε δοχείο από τενεκέ(1)
  4. το περιεχόμενο ενός τενεκέ(2) ή (3)
  5. μεταλλικό (παλαιότερα αλλά τώρα μπορεί να είναι και πλαστικό) δοχείο σκουπιδιών
  6. (μεταφορικά) κακής ποιότητας μέταλλο ή αντικείμενο από κακής ποιότητας μέταλλο
  7. (μεταφορικά) άνθρωπος χωρίς σχεδόν καμία από τις γνώσεις ή τις πνευματικές ικανότητες που χρειάζονται για μια δουλειά

Εκφράσεις[]

  • τενεκές ξεγάνωτος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]