τορβάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τορβάς τορβάδες
γενική τορβά τορβάδων
αιτιατική τορβά τορβάδες
κλητική τορβά τορβάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τορβάς < τουρκική torba < περσική (توبره, tobra)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τορβάς αρσενικό

  1. σακίδιο πλεκτό ή υφαντό από χοντρό μάλλινο ύφασμα, συνήθως πολύχρωμο, το οποίο κρέμεται στον ώμο για τη μεταφορά τροφίμων στην εργασία ή κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: ταγάρι
  2. σακίδιο με την τροφή των ζώων για τάισμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: ταΐστρα
  3. (μεταφορικά) άξεστος άνθρωπος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]